ἀνηπελίη

ἀνηπελίη
See also: νηπελέω
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • νήπιος — α, ο (ΑΜ νήπιος, ία, ον, Α και νήπιος, ον, Α θηλ. ιων. τ. νηπίη, Μ και νηπίος, ον, Μ ουδ. και νήφιο) 1. το ουδ. ως ουσ. το νήπιο(ν) α) παιδί νηπιακής ηλικίας β) (για πρόσ.) μτφ. πολύ νεαρός, ανήλικος γ) μτφ. άμυαλος, ανώριμος («νήπιος, οὐδὲ τὸ… …   Dictionary of Greek

  • apelo- —     apelo     English meaning: strength     Deutsche Übersetzung: “Kraft”     Material: Gk. ἀν απελάσας ἀναρρωσθείς Hes., Ion. εὐηπελής “ strong “, Hom. ὀλιγηπελίη “ swoon, Ion. ἀνηπελίη ἀσθένεια Hes., Elis: MN Tευτί απλος (after Prellwitz BB. 24 …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.